Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Πώς πρέπει να χρηματοδοτούνται τα κόμματα




Η επίθεση κατά της πολιτικής και των κομμάτων, ως των μέχρι σήμερα πιο κατάλληλων μέσων για την έκφραση της δημοκρατικής πολιτικής ζωής, δεν είναι κάτι καινούργιο. Σε περιόδους όμως κρίσης αξιών και προσανατολισμού της κοινής γνώμης η κριτική στα κόμματα και στο πολιτικό σύστημα, γίνεται το κατάλληλο άρμα στο οποίο συνωστίζονται οι δυνάμεις του λαϊκισμού. Δυνάμεις που φυσικά καταλαμβάνουν όλο το πολιτικό τόξο από την άκρα Αριστερά μέχρι τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά. Ακροαριστερές και νεοφιλελεύθερες δυνάμεις σε τέτοιες περιόδους απαξιώνουν την πολιτική και τα κόμματα, από διαφορετικές είναι αλήθεια αφετηρίες. Οι μεν... «αριστεροί» στοχοποιούν τα κόμματα ως φορείς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στο όνομα μιας ανύπαρκτης δικής τους άμεσης δημοκρατίας. Ο διαμεσολαβητικός ρόλος των κομμάτων κρίνεται ως αντιδημοκρατικός παράγοντας, στη θέση του οποίου προτείνεται η διαβουλευτική δημοκρατία. Η κριτική μου στην άμεση δημοκρατία δεν αφορά τον ουτοπικό της χαρακτήρα, αλλά αντιθέτως τον κίνδυνο κάποτε να πραγματωθεί. Δηλαδή στο όνομα της διαφθοράς και της ανικανότητας της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας των κομμάτων, είναι πολύ πιθανόν στην εξουσία να ανέρθουν δυνάμεις που πιστεύουν μόνο στη δημοκρατία της άποψής τους. Όπως όμως προειδοποιούσε τους μπολσεβίκους η Ρόζα Λούξεμπουργκ, δημοκρατία δεν ήταν τα σοβιέτ από μόνα τους, αλλά η δυνατότητα εκείνου που διαφωνούσε με αυτά να εκφράσει την άποψή του. Δημοκρατία δεν είναι η δυνατότητα να εκφράζουν την άποψη τους οι νικητές, αλλά οι ηττημένοι.
Στην άμεση δημοκρατία των καταργημένων κομμάτων οι εξουσιαστές «λογοδοτούν» σ’ ένα υποκείμενο που δεν υπάρχει ως τέτοιο, στον λαό. Γιατί ο κάθε λαός αποτελείται από διαφορετικά άτομα και κοινωνικές ομάδες οι οποίες έχουν διαφορετική πρόσβαση στην εξουσία. Στην ουσία η λεγόμενη άμεση και διαβουλευτική δημοκρατία στις συνθήκες των πολύπλοκων σημερινών κοινωνιών, είναι η δημοκρατία των δημαγωγών, των χειραγωγών της κοινής γνώμης και των οργανωμένων «προπηλακιστών». Το περίεργο είναι πως πολλές φορές οπαδοί μιας τόσο τραγικής αντίληψης για τη δημοκρατία γίνονται και ηγέτες κομμάτων εξουσίας. Πράγμα που αν δεν αποτελεί τραγωδία, είναι φάρσα.
Η άρνηση όμως των κομμάτων «των άλλων», όχι βεβαίως και των «δικών μας», εκπορεύεται και από δήθεν «φιλελεύθερες» φωνές. Και λέω δήθεν γιατί για τον κλασικό φιλελευθερισμό η στήριξη (και οικονομική) των πολιτικών κομμάτων, αποτελεί απαράβατο όρο για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Αυτή λοιπόν η «φιλελεύθερη» απαξίωση των κομμάτων δεν εστιάζει στην εμφανώς αντιδημοκρατική τους λειτουργία, πράγμα που θα ήταν αυτονόητο για κάποιον φιλελεύθερο, αλλά στην οικονομική τους λειτουργία. Υπάρχει εδώ ένας υφέρπων λαϊκισμός που τον βλέπουμε σε πολλές εκδηλώσεις της πολιτικής μας ζωής και ο οποίος έχει την αφετηρία του στην άποψη πως όλα, φυσικά και τα κόμματα, χρειάζεται να κρίνονται με τα κριτήρια της αγοράς. Τα κόμματα, λέει αυτή η αντίληψη, χρειάζεται να ζουν μόνο από δικούς τους πόρους, τους οποίους βεβαίως θα δηλώνουν με διαφανή τρόπο. Αυτό ενθουσιάζει πολλούς, ενώ στην ουσία θα έπρεπε να τους προβληματίζει.
Πριν μερικές μέρες κατατέθηκε στη Βουλή ένα πάρα πολύ σημαντικό υπόμνημα του υπουργού εσωτερικών κύριου Γιαννίτση για τη χρηματοδότηση των κομμάτων. Ελπίζω το κείμενο αυτό να μη έχει την τύχη του μνημονίου, να παραμείνει δηλαδή άθιχτο και αδιάβαστο στα συρτάρια των βουλευτών και των διαμορφωτών της κοινής γνώμης, αλλά να διαβαστεί και να μελετηθεί όσο του αξίζει. Σ’ αυτό το υπόμνημα γίνεται ένα ισοζύγιο μεταξύ της αναγκαιότητας της χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων και του ελέγχου του τρόπου που αυτά τα χρήματα χρησιμοποιούνται. Καταρχάς ο συντάκτης κάνει τη διευκρίνιση πως εκτός της Μεγάλης Βρετανίας δεν υπάρχει ευρωπαϊκή χώρα στην οποία να μη προβλέπεται κρατική χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων. Στο υπόμνημα υποστηρίζεται πως η χρηματοδότηση των κομμάτων είναι ένας παράγοντας που συμβάλλει ώστε αυτά να μην εξαρτώνται από ιδιώτες χρηματοδότες και έτσι να έχουν οικονομική αυτοτέλεια και άρα πολιτική αυτονομία, δηλαδή ελευθερία στην έκφραση και τη δράση τους. Από την άλλη όμως τίθενται προς συζήτηση και διερεύνηση ζητήματα που αφορούν το ύψος της κρατικής χρηματοδότησης, τους τρόπους κατανομής της, τη διαφάνεια και τον έλεγχο των δαπανών, τον ρόλο και την έκταση της ιδιωτικής χρηματοδότησης, τον ρόλο της τραπεζικής δανειοδότησης. Ο συντάκτης φοβάται πως αν η μέχρι σήμερα πρακτική της χρηματοδότησης των κομμάτων δεν αλλάξει, τότε θα δοθεί ακόμη περισσότερο βάση στην επιχειρηματολογία των δυνάμεων «του αυξανόμενου σκεπτικισμού των πολιτών απέναντι στα κόμματα και τους πολιτικούς» και των δυνάμεων του «μηδενιστικού λαϊκισμού».
Πιστεύω όμως πως το ζήτημα δεν λύνεται μόνο με «την εξασφάλιση μιας ισορροπία μεταξύ κρατικής και ιδιωτικής χρηματοδότησης, ώστε αφενός να ενισχύονται τα κόμματα, αλλά και αφετέρου να αποτραπεί ο κίνδυνος της εξάρτησής τους από ιδιωτικά συμφέροντα ή μια μετατροπή τους σε κρατικοδίαιτους φορείς». Πρέπει να γίνει σαφές πως για να επιβιώσει το πολιτικό και κομματικό σύστημα πρέπει να μειώσει το ίδιο το κόστος παραγωγής του. Αυτό σημαίνει κατάργηση των μεγάλων διαφημιστικών εκστρατειών, εξορθολογισμό και αξιολόγηση των συμβουλευτικών μηχανισμών των κομμάτων, περιορισμό των δαπανών για φιέστες και παράτες.
Αυτά όμως δεν αρκούν. Χρειάζεται να μειωθεί ριζικά η εξάρτηση των κομμάτων από το πολιτικό χρήμα. Αυτό θα γίνει μόνο αν αλλάξει ο τρόπος εκλογής των βουλευτών με κατάργηση του σταυρού. Ένα σύστημα που εκμαυλίζει υποψήφιους και ψηφοφόρους, αφού αναγκάζει τους πρώτους να υποτάσσονται σε κάθε συντεχνιακό αίτημα (δέστε τι έγινε στη βουλή για τα άρθρα του πολυνομοσχεδίου, που αφορούσαν το ωράριο για τους φαρμακοποιούς) και τους δεύτερους να επιλέγουν πολιτική έκφραση όχι με βάση πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά, αλλά στη βάση προτεινόμενων λύσεων προσωπικής και συντεχνιακής ανέλιξης.
Με τη σειρά της όμως η λίστα δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο πλαίσιο των σημερινών αποστειρωμένων ιδεολογικά και λειτουργούντων με γνώμονα την υποταγή στον εκάστοτε αρχηγό κομμάτων. Χρειάζεται να περάσουμε στο ανοικτό στις ιδεολογικές τάσεις κόμμα. Το πολιτικό σύστημα έχει στομώσει όσον αφορά τη διεύρυνση του προς εκείνες τις δυνάμεις της δημιουργικής κοινωνίας, οι οποίες έχουν πρώτα προσφέρει στην επαγγελματική τους ζωή και οι οποίες δεν αποτελούν παιδιά του κομματικού σωλήνα εθισμένες στον λαϊκισμό. Μένει να δούμε αν θα προχωρήσουμε στη συζήτηση αυτή.
 
 
Του Γιώργου Σιακαντάρη
 
www.protagon.gr

*Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι αναπληρωτής επιστημονικός διευθυντής του ΙΣΤΑΜΕ και διδάκτωρ Κοινωνιολογίας
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...