Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Ανεξέλεγκτοι διαχρονικά οι υπουργοί άμυνας αποφασίζουν τεράστιες δαπάνες με προσωπικές επιλογές...


✓ Η ΦΡΕΝΙΤΙΔΑ ΤΩΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΩΝ.
✓ Οι τεράστιες δαπάνες για την άμυνα που έγιναν τα τελευταία 40 χρόνια, όπως καταδεικνύει η έρευνα της Εξέλιξης, ήταν ένας από τους παράγοντες που άδειασαν τα δημόσια ταμεία και βύθισαν στην ύφεση την ελληνική οικονομία ανοίγοντας την «κερκόπορτα» της κρίσης. Μετά το 1974 η χώρα μας επιδόθηκε σε ένα άνευ προηγουμένου πρόγραμμα προμηθειών, με την αιτιολογία του εξ’ ανατολών κινδύνου. 
✓ Ουδείς μέχρι σήμερα, με ευθύνη των εκάστοτε πρωθυπουργών επιχείρησε να σταματήσει το «χορό» των δις. 

Γράφει η Ιωάννα Ηλιάδη 

Και, ως συνήθως, κατασκευ­άζουμε την επικοινωνιακή εικόνα ότι πρέπει να έχου­με μια αποτελεσματική άμυνα για τη χώρα μας, προσθέτοντας ισχύ πυρός στις υφιστά­μενες δομές μας και όχι αλλάζοντας τις ίδιες τις δομές, οι οποίες τις περισσό­τερες φορές αντιστοιχούν σε ανάγκες των περασμένων χρόνων. Είναι, άραγε, η φρενίτιδα εξοπλισμών απαραίτητη για τη χώρα μας; Και ποιος αποφασίζει για τις ανάγκες; 

Αν κάποιος σε αυτό το σημείο απα­ντήσει με το λογικό: «Οι Ένοπλες Δυνά­μεις», δεν θα είναι ακριβής... η απάντηση. Οι εξοπλισμοί στη χώρα μας αποφασίζονται από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ), στο οποίο προεδρεύει ο πρωθυπουργός και κύριος εισηγητής είναι ο υπουργός Εθνι­κής Άμυνας. 

Πίσω από τις κλειστές πόρτες της συ­νεδρίασης, που συνήθως λαμβάνει χώρα στο Μέγαρο Μαξίμου και όχι στην αί­θουσα συνεδριάσεων του ΚΥΣΕΑ, που υπάρχει στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας, ο εκάστοτε πρωθυπουργός και οι υπουρ­γοί άμυνας εμφανίζονται ως «συνέται­ροι» στις αποφάσεις που στοιχίζουν δι­σεκατομμύρια, χωρίς να διασφαλίζουν απαραίτητα την άμυνα της χώρας. 

Είναι ακριβώς οι ίδιοι πολιτικοί που ορίζουν τους αρχηγούς των Ενό­πλων Δυνάμεων, οι οποίοι είναι και οι εισηγητές στον υπουργό των οπλικών συστημάτων που θα αγοράσει η χώρα. 

Οι αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων ορίζονται έπειτα από συζήτηση στο ΚΥ­ΣΕΑ, η οποία συνήθως αφορά στις πο­λιτικές ισορροπίες, τις προσβάσεις και τις γνωριμίες που διαθέτει ο κάθε υποψήφιος και, φυσικά, το πόσο πρόθυμος είναι να συνεργαστεί με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου. 

Όταν όμως οι ανώτατοι αξιωματικοί είναι και οι άνθρωποι, οι οποίοι έχουν την τεχνογνωσία και τα προσόντα για να γνωματεύσουν τις αμυντικές ανά­γκες και τα εξοπλιστικά προγράμματα που απαντούν σε αυτές, τότε με βάση την απουσία ουσιαστικής αξιολόγησής τους το όλο θέμα εξελίσσεται σε παγίδα. 

Η διαδικασία, που θεσμικά έχει ορι­στεί να ακολουθείται, αναφέρει πως τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμε­ων συγκεντρώνουν στοιχεία, θέτουν απαιτήσεις για οπλικά συστήματα και εισηγούνται προς τις ηγεσίες των επι­τελείων. Πολλές φορές, ωστόσο, έχει συμβεί κατά τη διάρκεια αυτής της δια­δρομής να ερμηνεύονται με διαφορετικό τρόπο οι απαιτήσεις και να αλλάζουν οι προτιμήσεις που διατυπώνονται προς την ηγεσία, τόσο σε ανώτερο όσο και σε ανώτατο επίπεδο. 

Μάλιστα, όπως ήδη έχει αποκαλυφθεί, την περίοδο της υπουργίας του Άκη Τσοχατζόπουλου, η εισήγηση του υπουργού για την προμήθεια αερο­σκαφών ήταν υπέρ της προμήθειας F-15. Προσέκρουσε, όμως, στη διαφορετική άποψη του πρωθυπουργού, κ. Κώστα Σημίτη, ο οποίος, έχοντας και τον τελευ­ταίο λόγο, έκλεινε υπέρ της υποψηφιότητας του F-16. 

Ας ελπίσουμε ότι η «αμαρτωλή» ιστορία του κ. Τσοχατζόπουλου δεν θα λειτουργήσει ως «ιδιότυπο φροντιστή­ριο» για όλους εκείνους που θέλουν να συνεχίσουν τις άνομες ενέργειές τους, βελτιώνοντας όμως τις συνταγές για να αποφεύγουν τις συνέπειες. 

Και για να φτάσουμε σε πιο πρό­σφατο παράδειγμα, από το ένα άκρο περάσαμε στο άλλο: Αυτήν τη στιγμή η χώρα μας δεν έχει συντάξει εθνικό αμυντικό σχέδιο, όπως προβλέπεται από το νόμο N.3978, γνωστότερο ως νόμο Βενιζέλου, καθώς οι υπουργοί που τον διαδέχθηκαν, δεν συνέταξαν ως όφειλαν το σχέδιο, προκειμένου να προχωρήσουν οι απαραίτητες προμήθειες, ακόμα και ανταλλακτικών. Αυτό δίνει το περιθώριο στον εκάστοτε υπουργό να αποκομίζει πολιτικά οφέ­λη, αφήνοντας περιθώρια ελπίδας σε διάφορες χώρες ότι θα επιλέγουν τα δικά τους προϊόντα. 

Την ίδια ώρα, οι εταιρίες δημιουρ­γούν μηχανισμούς επιρροής υπέρ των δικών τους οπλικών συστημάτων, βάζοντας κάτω από την «ομπρέλα» τους με διάφορες αιτιολογίες από χαμηλόβαθμα στελέχη μέχρι και πολιτικούς. ’Όσον αφορά στα στελέχη, με κατάλληλους τρόπους, όχι απαραίτητα με χρηματισμό, αλλά και χωρίς αυτός να αποκλείεται, οι εταιρίες φροντίζουν να δημιουργήσουν την εντύπωση πως το προϊόν τους είναι το πλέον κατάλληλο για αγορά. Όπως επίσης επιχειρούν και με δημοσιεύματα στον Τύπο να... «θάβουν» τα προϊόντα των ανταγωνι­στών τους. Επηρεάζουν με αυτόν τον τρόπο και την κοινή γνώμη, υπέρ του ενός ή του άλλου συστήματος. 

Αυτέ) που πραγματικό δείχνει να λεί­πει στην εθνική άμυνα της χώρας είναι ένας αξιόπιστος μηχανισμός, που να εί­ναι σε θέση να περιγράψει με επάρκεια τις ανάγκες της χώρας και να μπορεί να παρακολουθεί τις εξελίξεις στην παγκό­σμια σκηνή, ώστε να ανταποκρίνεται άμεσα και να σχεδιάζει ή και να ειση­γείται τις απαραίτητες προσαρμογές. 

Και δεν είναι απαραίτητο αυτές οι προσαρμογές να αφορούν την αγορά οπλικών συστημάτων. Λυτή είναι και η ευθύνη του υπουργού που αναμένε­ται να αντικαταστήσει τον απερχόμενο Δημήτρη Αβραμόπουλο, ο οποίος λίγο πριν αποχωρήσει, κάλεσε τα Γενικά Επιτελεία να καταθέσουν τις απόψεις τους για τη σύνταξη του εθνικού αμυ­ντικού σχεδίου. 

(ΕΞΕΛΙΞΗ-05/10/2014)

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...