Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ. Δεν ήξεραν τι ήθελαν, ούτε πώς να το πάρουν...


Του Δημήτρη Αναστασόπουλου

Θυμάται κανείς την 25η Μαΐου του 2011; Ηταν τότε που στην πλατεία Συντάγματος συγκεντρώθηκε ένα πλήθος ανθρώπων φωνάζοντας προς τη Βουλή κλέφτες και προδότες και ανεμίζοντας ελληνικές σημαίες.
Ηταν οι «αγανακτισμένοι» που...
η οργή τους έλιωσε κάτω από τον ήλιο του Αυγούστου και απέδειξαν ότι πέρα από την οργή χρειάζεται και κάτι παραπάνω από...ένα κίνημα χωρίς ηγέτη για να ανατρέψεις το πολιτικό σύστημα.

Τα πρώτα κείμενα ξένων στοχαστών που επικεντρώνονται στην ελληνική κρίση έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Λόγω της απαραίτητης καθυστέρησης για τη μετάφρασή τους, τα περισσότερα πέρα από την επισήμανση της δυσχερούς θέσης που βρέθηκε η χώρα μέσα σε κλίμα παγκόσμιας ύφεσης, εστιάζουν στα γεγονότα του 2011 στο Σύνταγμα και στο φαινόμενο των «αγανακτισμένων». Ενημερωμένοι οι περισσότεροι από τα ξένα δίκτυα που οι κάμερές τους τότε είχαν στριμωχτεί στην πλατεία Συντάγματος και γαλουχημένοι με την εικόνα της αθηναϊκής δημοκρατίας, λίγο πολύ παρουσιάζουν τους αγανακτισμένους ως τη νεόκοπη εκκλησία του Δήμου που εφάρμοζε μια ελπιδοφόρα άμεση δημοκρατία ως απάντηση στο διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα.

Μόνο που οι «αγανακτισμένοι» δεν ήταν ακριβώς θαυμαστές του Περικλή. Κατ' αρχάς η απολιτίκ συγκέντρωση στο Σύνταγμα είχε ιστορία πριν από την Πουέρτα Ντελ Σολ της Μαδρίτης με την οποία οι Ισπανοί εγκαινίασαν τις δικές τους κινητοποιήσεις και τους οποίους αντέγραψαν και οι εγχώριοι «αγανακτισμένοι». Ηταν οι μαυροφορεμένοι που γέμισαν σιωπηλά και πένθιμα την πλατεία, μετά από πρόσκληση των bloggers, ως διαμαρτυρία για την καταστροφή της Πάρνηθας το 2007. Τότε ξεπρόβαλε μια νέα αντίληψη των πραγμάτων που ουσιαστικά διατεινόταν ότι για να λυθούν βασικά ζητήματα αρκούσε μια επιφανειακή και όσο πιο θεαματική γίνεται διαμαρτυρία. Τα προβλήματα δεν λύνονταν αλλά οι εμπνευστές τους κέρδιζαν μια αξιοσημείωτη δημοσιότητα που μπορούσαν να την αξιοποιήσουν κάθε στιγμή.

Από την άλλη το 2011 υπήρχε ένας ολοένα αυξανόμενος θυμός, που στρεφόταν κυρίως κατά των ανθρώπων που βρέθηκαν στην πολιτική σκηνή, κατά τη μεταπολίτευση. Λίγο πολύ συγκροτούνταν μια μάζα χωρίς κοινά πολιτικά χαρακτηριστικά που συμφωνούσε ότι όλοι οι πολιτικοί είναι προδότες και λαμόγια και χρειάζεται ένας νέος ηγέτης που θα δώσει όραμα στην καθημαγμένη χώρα. Κάποιοι θεωρούσαν ότι μόνο «ένας συνταγματάρχης» -ή τέλος πάντων ένας λοχίας για τους πιο προλετάριους- θα μπορούσε να σώσει τη χώρα. Κάποιοι θυμήθηκαν το 2007 και αποφάσισαν να ξαναστήσουν μια διαμαρτυρία με τους όρους που ανταποκρίνονται σε μια κοινωνία που ζει στην επιφάνεια του θεάματος. Και τέλος υπήρχαν οι περιστασιακοί «αγανακτισμένοι», συνήθως άνθρωποι χτυπημένοι από την κρίση, που κατέβαιναν στην πλατεία είτε για να παρηγορηθούν μαζί με τους ομοιοπαθούντες είτε για να πουν τον πόνο τους στην πρόχειρα στημένη λαϊκή βουλή. Ολοι τους όμως είχαν μια κοινή στάση, πλήρης περιφρόνηση των κομμάτων και της πολιτικής και αναζήτηση μιας εθνικής συνιστώσας που θα ένωνε το λαό, πιθανότατα με τη μορφή ενός άφθαρτου ηγέτη.

Η πλατεία μοιράστηκε. Οι νοσταλγοί των στρατιωτικών πραξικοπημάτων με τις ελληνικές σημαίες αρκέστηκαν στο πάνω μέρος για να βρίσκονται -για καλό και για κακό- δίπλα στις δυνάμεις της αστυνομίας που φυλάνε τη Βουλή. Οι εναλλακτικοί προτίμησαν το κέντρο και το κάτω μέρος, όπου μπορούσαν πιο άνετα να στήνουν αυτοσχέδιες συναυλίες και πρόχειρα πάρτι που τόνωναν την αίσθηση της πολιτικής ανυπακοής. Τέλος, οι ανένταχτοι και οι περίεργοι απλά περιφέρονταν και εκτονώνονταν με τις ομαδικές μούντζες προς τη Βουλή και τα συνθήματα «κλέφτες», «προδότες». Οποιοσδήποτε απλός παρατηρητής κάνοντας μια βόλτα θα συνειδητοποιούσε πολύ γρήγορα ότι αυτό το πλήθος -με τον όρο του Νέγκρι- θα αυτοδιαλυόταν χωρίς καμιά βίαιη επέμβαση. Και πραγματικά αυτό έγινε στα μέσα του Αυγούστου, με τα ΜΑΤ να επεμβαίνουν σε μια άδεια πια πλατεία, για να διώξουν μόνο κάποιες δεκάδες κατασκηνωτές.

Αλλωστε όλοι, λίγο πολύ, είχαν βρει κάπου να απαγκιάσουν. Οι κουβαλητές της γαλανόλευκης σταβλίστηκαν στη Χρυσή Αυγή, για να «ξεβρομίσει ο τόπος από τα πολιτικά λαμόγια». Οι εναλλακτικοί βρήκαν πολύ πιο διασκεδαστικές τις παρεμβάσεις στην πόλη και πιο προσοδοφόρες. Οι ανένταχτοι γύρισαν σπίτια τους, όσοι είχαν ακόμα, απειλώντας ότι θα εκδικηθούν τη διαφθορά με την ψήφο τους. Και οι μόνοι συνεπείς με τον εαυτό τους, στάθηκαν οι ελάχιστοι που εγκαταλείποντας το πεδίο μιας μάχης που δεν δόθηκε ποτέ, γύρισαν στις γειτονιές τους για να φτιάξουν κοινωνικά κέντρα αλληλεγγύης στους συμπολίτες τους.

Τελικά οι «αγανακτισμένοι» δικαίωσαν το ασαφές του ονόματός τους. Εκδήλωσαν την «αγανάκτησή» τους, φωνάζοντας συνθήματα, μετέχοντας σε συναυλίες και εκθέτοντας την άποψή τους σε ένα συγκεντρωμένο πλήθος, όπως παλιά στα πηγαδάκια της Ομόνοιας και ύστερα όταν βαρέθηκαν τη βαβούρα της πλατείας, εξαφανίσθηκαν. Αν κάτι θύμισαν ήταν τις απαρχές του πανκ, όταν ο Τζόνι Ρότεν ούρλιαζε «δεν ξέρω τι θέλω αλλά ξέρω πως θα το αποκτήσω». Μόνο που οι Sex Pistols κατάφεραν να αναποδογυρίσουν τη μουσική βιομηχανία. Οι «αγανακτισμένοι» δεν κατάφεραν ούτε να αναποδογυρίσουν έναν κάδο σκουπιδιών, πόσω μάλλον να τον κάνουν οδόφραγμα κατά την έφοδο στη Βουλή.

enet.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...